boggy
bo
ˈbɒ
bo
ggy
gi
gi
bogeybuggybaggy

Ορισμός και σημασία του "boggy"στα αγγλικά

01

βαλτώδης, λασπωμένος

characterized by soft, wet ground or marshy areas 
boggy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
boggiest
συγκριτικός βαθμός
boggier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The boggy trail made hiking difficult, as each step sank into the muddy earth. 

Το βαλτώδες μονοπάτι έκανε την πεζοπορία δύσκολη, καθώς κάθε βήμα βυθιζόταν στη λασπώδη γη.

Λεξικό Δέντρο

boggy
bog
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store