bogie
bo
ˈbəʊ
bew
gie
gi
gi
boogiebogle

Ορισμός και σημασία του "bogie"στα αγγλικά

01

bogey, αγνώστου ταυτότητας αεροσκάφος

an unidentified (and possibly enemy) aircraft 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bogies
02

κακό πνεύμα, δαίμονας

an evil spirit 
03

μπογκί, σετ τροχών και αξόνων

a set of wheels and axles used in various types of rolling stock, such as freight cars or passenger coaches 
Παραδείγματα
Freight trains rely on sturdy bogies to transport heavy cargo across long distances. 

Τα τρένα εμπορευμάτων βασίζονται σε ανθεκτικά bogie για τη μεταφορά βαρέων φορτίων σε μεγάλες αποστάσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store