Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plunge into
01
βυθίζομαι σε, ξεκινώ με ενθουσιασμό
to start a particular activity or task with great enthusiasm or vigor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
plunge
ενεστώτας
plunge into
γ΄ ενικό πρόσωπο
plunges into
ενεστώτα μετοχή
plunging into
απλός αόριστος
plunged into
παθητική μετοχή
plunged into
Παραδείγματα
Wanting to make a difference, she plunged her efforts into community service.
Θέλοντας να κάνει τη διαφορά, βούτηξε στη κοινωνική εργασία.
02
βυθίζω σε, ρίχνω σε
to suddenly cause someone or something to experience a difficult or unpleasant situation
Παραδείγματα
Her diagnosis plunged the family into despair.
Η διάγνωσή της έριξε την οικογένεια στην απόγνωση.
03
βυθίζομαι σε, πέφτω σε
to suddenly find oneself in an unpleasant or challenging situation
Παραδείγματα
After making the wrong investment, he plunged into debt.
Αφού έκανε τη λάθος επένδυση, βυθίστηκε στα χρέη.



























