Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plunge into
[phrase form: plunge]
01
βυθίζομαι σε, ξεκινώ με ενθουσιασμό
to start a particular activity or task with great enthusiasm or vigor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
plunge
ενεστώτας
plunge into
γ΄ ενικό πρόσωπο
plunges into
ενεστώτα μετοχή
plunging into
απλός αόριστος
plunged into
παθητική μετοχή
plunged into
Παραδείγματα
The team plunged into preparations as the event date neared.
Η ομάδα βυθίστηκε στις προετοιμασίες καθώς πλησίαζε η ημερομηνία της εκδήλωσης.
02
βυθίζω σε, ρίχνω σε
to suddenly cause someone or something to experience a difficult or unpleasant situation
Παραδείγματα
The incident plunged her into self-doubt.
Το περιστατικό την έριξε σε αμφιβολίες.
03
βυθίζομαι σε, πέφτω σε
to suddenly find oneself in an unpleasant or challenging situation
Παραδείγματα
The severe drought plunged the region into a water shortage crisis.
Η σοβαρή ξηρασία έριξε την περιοχή σε μια κρίση έλλειψης νερού.



























