plunger
plun
ˈplʌn
plan
ger
ʤə
plunderpluggerplunker

Ορισμός και σημασία του "plunger"στα αγγλικά

01

εμβολοαναρροφητήρας, βεντούζα

a tool with a rubber cup fixed to a handle, used for clearing blocked pipes or drains 
plunger definition and meaning
Παραδείγματα
He used a plunger to unclog the kitchen sink after it became blocked with food debris. 

Χρησιμοποίησε ένα εμβολοφόρο για να ξεβουλώσει τον νεροχύτη της κουζίνας αφού αυτός είχε φραχτεί με υπολείμματα φαγητού.

02

δυτής, καταδύτης

a person who dives into water 
plunger definition and meaning
Παραδείγματα
Competitive plungers train daily to perfect their technique. 

Οι ανταγωνιστικοί δύτες προπονούνται καθημερινά για να τελειοποιήσουν την τεχνική τους.

03

έμβολο, πιστόνι

a device that operates by pushing or thrusting in a plunging motion 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plungers
Παραδείγματα
The piston acted like a plunger inside the engine. 

Το έμβολο ενεργούσε σαν πλάνζερ μέσα στον κινητήρα.

04

κερδοσκόπος, παίκτης

a person who takes significant financial risks in hopes of high rewards 
Παραδείγματα
He's a plunger who invested everything in a startup. 

Είναι ένας κυβερνήτης που επένδυσε τα πάντα σε μια startup.

Λεξικό Δέντρο

plunger
plunge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store