Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pluperfect
01
υπερσυντέλικος, προαπαρέμφατο
a perfective tense used to express action completed in the past
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pluperfects
pluperfect
01
ξεπερνώντας το υψηλότερο επίπεδο τελειότητας ή ολοκλήρωσης, πέρα από την απόλυτη τελειότητα
surpassing the highest level of perfection or completion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pluperfect
συγκριτικός βαθμός
more pluperfect
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pluperfect organization of the event ensured that every detail was meticulously planned and flawlessly executed.
Η pluperfect οργάνωση της εκδήλωσης εξασφάλισε ότι κάθε λεπτομέρεια σχεδιάστηκε με επιμέλεια και εκτελέστηκε άψογα.



























