pluperfect
plu
plu:
ploo
per
ˈpɜ:
fect
fɪkt
fikt

Ορισμός και σημασία του "pluperfect"στα αγγλικά

01

υπερσυντέλικος, προαπαρέμφατο

a perfective tense used to express action completed in the past 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pluperfects
pluperfect
01

ξεπερνώντας το υψηλότερο επίπεδο τελειότητας ή ολοκλήρωσης, πέρα από την απόλυτη τελειότητα

surpassing the highest level of perfection or completion 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pluperfect
συγκριτικός βαθμός
more pluperfect
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pluperfect organization of the event ensured that every detail was meticulously planned and flawlessly executed. 

Η pluperfect οργάνωση της εκδήλωσης εξασφάλισε ότι κάθε λεπτομέρεια σχεδιάστηκε με επιμέλεια και εκτελέστηκε άψογα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store