Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to act up
01
ενεργώ, προκαλώ δυσφορία
to cause regular discomfort or pain, often related to a physical illness or health issue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
act
ενεστώτας
act up
γ΄ ενικό πρόσωπο
acts up
ενεστώτα μετοχή
acting up
απλός αόριστος
acted up
παθητική μετοχή
acted up
Παραδείγματα
His old knee injury acts up every time it rains, causing him pain.
Το παλιό του τραύμα στο γόνατο εντείνεται κάθε φορά που βρέχει, προκαλώντας του πόνο.
02
συμπεριφέρομαι ακατάλληλα, κάνω πονηριές
to behave in an improper manner, often disregarding rules or social norms
Παραδείγματα
During the class, some students tend to act up and disrupt the lesson.
Κατά τη διάρκεια του μαθήματος, μερικοί μαθητές τείνουν να συμπεριφέρονται άσχημα και να διαταράσσουν το μάθημα.
03
δυσλειτουργώ, δεν λειτουργεί σωστά
(of mechanical devices, technology, or equipment) to not work properly
Παραδείγματα
My old computer tends to act up whenever I run multiple applications.
Ο παλιός μου υπολογιστής τείνει να δημιουργεί προβλήματα κάθε φορά που εκτελώ πολλές εφαρμογές.
04
αναπληρώνω, ενεργώ προσωρινά σε υψηλότερη θέση
to be temporarily assigned to a higher position within an organization or role
Dialect
British
Παραδείγματα
Due to the manager's illness, I had to act up as the team leader for a week.
Λόγω της ασθένειας του διαχειριστή, έπρεπε να αναλάβω ως επικεφαλής της ομάδας για μια εβδομάδα.



























