Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wince
01
συστέλλω το πρόσωπο, σκύβω από τον πόνο
to show a facial expression that signifies shame or pain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wince
γ΄ ενικό πρόσωπο
winces
ενεστώτα μετοχή
wincing
απλός αόριστος
winced
παθητική μετοχή
winced
Παραδείγματα
He winced as he touched the hot stove with his bare hand.
Κούνησε καθώς άγγιξε το καυτό σόμπα με το γυμνό του χέρι.
Wince
01
γκριμάτσα, έκφραση πόνου
a brief facial expression that reveals sudden pain, embarrassment, or discomfort
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
winces
Παραδείγματα
A wince crossed his face when the dentist pressed on the sore tooth.
Μια grima διαπέρασε το πρόσωπό του όταν ο οδοντίατρος πίεσε στο πονεμένο δόντι.
02
γκριμάτσα, ανασκαλώματα
an automatic physical reaction to sudden pain, often involving a slight flinch or tightening of the muscles
Παραδείγματα
His wince was followed by a quick pull of his hand from the hot pan.
Η κούφρα του ακολουθήθηκε από μια γρήγορη απόσυρση του χεριού του από το ζεστό τηγάνι.



























