Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wince
01
συστέλλω το πρόσωπο, σκύβω από τον πόνο
to show a facial expression that signifies shame or pain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wince
γ΄ ενικό πρόσωπο
winces
ενεστώτα μετοχή
wincing
απλός αόριστος
winced
παθητική μετοχή
winced
Παραδείγματα
She tried to hide her wince when she accidentally bumped into the doorframe.
Προσπάθησε να κρύψει τη grimasa της όταν χτύπησε κατά λάθος το πλαίσιο της πόρτας.
Wince
01
γκριμάτσα, έκφραση πόνου
a brief facial expression that reveals sudden pain, embarrassment, or discomfort
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
winces
Παραδείγματα
The bitter medicine made him give a sharp wince.
Το πικρό φάρμακο του έκανε να κάνει μια απότομη grimá.
02
γκριμάτσα, ανασκαλώματα
an automatic physical reaction to sudden pain, often involving a slight flinch or tightening of the muscles
Παραδείγματα
The loud bang triggered a startled wince from the child.
Ο δυνατός κρότος προκάλεσε μια ξαφνιασμένη συστροφή από το παιδί.



























