Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wildly
01
απίστευτα, εξαιρετικά
to an exaggerated or extreme degree
Παραδείγματα
That prediction turned out to be wildly optimistic.
Η πρόβλεψη αυτή αποδείχθηκε ακραία αισιόδοξη.
Παραδείγματα
They ran wildly in all directions when the alarm sounded.
Έτρεξαν αγρίως προς όλες τις κατευθύνσεις όταν χτύπησε ο συναγερμός.
2.1
άγρια, με πάθος
with intense and uncontrollable emotion or fervor
Παραδείγματα
He kissed her wildly, overwhelmed by emotion.
Την φίλησε άγρια, κατακλυσμένος από συναισθήματα.
Λεξικό Δέντρο
wildly
wild



























