Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
will
01
θα, θα κάνω
used for forming future tenses
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
will
γ΄ ενικό πρόσωπο
will
ενεστώτα μετοχή
willing
απλός αόριστος
would
παθητική μετοχή
willed
Παραδείγματα
I will finish my homework before dinner.
Θα τελειώσω την εργασία μου πριν από το δείπνο.
02
διατάσσω, καθορίζω
decree or ordain
03
αποφασίζω, επιλέγω
determine by choice
04
κληροδοτώ, αφήνω με διαθήκη
to officially leave your property, money, or belongings to someone after you die (usually through a legal document)
Παραδείγματα
She willed her entire art collection to the local museum.
Αυτή κληροδότησε ολόκληρη τη συλλογή τέχνης της στο τοπικό μουσείο.
05
θα πάει, θα είναι
used to express what one deems true or probable
Will
01
βούληση, επιθυμία
the capability of conscious choice and decision and intention
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
θέληση, επιθυμία
a person's intention or desire, especially one that is strong or persistent
Παραδείγματα
His sheer will to succeed drove him to overcome every obstacle in his path.
Η καθαρή θέλησή του για επιτυχία τον ώθησε να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο στο δρόμο του.
03
διαθήκη, τελευταία επιθυμία
a legal document that a person writes to decide what happens to their belongings after their death
Παραδείγματα
She updated her will to include her grandchildren as beneficiaries.
Ενημέρωσε τη διαθήκη της για να συμπεριλάβει τα εγγόνια της ως δικαιούχους.
Λεξικό Δέντρο
willing
will



























