Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
will
01
θα, θα κάνω
used for forming future tenses
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
will
γ΄ ενικό πρόσωπο
will
ενεστώτα μετοχή
willing
απλός αόριστος
would
παθητική μετοχή
willed
Παραδείγματα
The company will launch its new product next year.
Η εταιρεία θα κυκλοφορήσει το νέο της προϊόν το επόμενο έτος.
02
διατάσσω, καθορίζω
decree or ordain
03
αποφασίζω, επιλέγω
determine by choice
04
κληροδοτώ, αφήνω με διαθήκη
to officially leave your property, money, or belongings to someone after you die (usually through a legal document)
Παραδείγματα
In his final wishes, he willed his savings to be split among his siblings.
Στις τελευταίες του επιθυμίες, κληροδότησε τις οικονομίες του να μοιραστούν ανάμεσα στα αδέρφια του.
05
θα πάει, θα είναι
used to express what one deems true or probable
Will
01
βούληση, επιθυμία
the capability of conscious choice and decision and intention
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
θέληση, επιθυμία
a person's intention or desire, especially one that is strong or persistent
Παραδείγματα
His will to make a difference inspired many in his community to take action.
Η θέλησή του να κάνει τη διαφορά ενέπνευσε πολλούς στην κοινότητά του να δράσουν.
03
διαθήκη, τελευταία επιθυμία
a legal document that a person writes to decide what happens to their belongings after their death
Παραδείγματα
The will stated that all his savings would go to charity.
Η διαθήκη όριζε ότι όλες οι οικονομίες του θα πήγαιναν σε φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Λεξικό Δέντρο
willing
willing
will



























