whispered
whis
ˈwɪs
vis
pered
pəd
pēd
whiskered

Ορισμός και σημασία του "whispered"στα αγγλικά

01

ψιθυριστός, μουρμουρητός

very softly, often barely audible 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most whispered
συγκριτικός βαθμός
more whispered
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, communication, behavior
Παραδείγματα
She leaned closer and spoke in a whispered voice to avoid disturbing the others. 

Κλίθηκε πιο κοντά και μίλησε με μια ψιθυριστή φωνή για να μην ενοχλήσει τους άλλους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

whispered
whisper
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store