whispered
Pronunciation
/ˈhwɪspɝd/, /ˈwɪspɝd/

Ορισμός και σημασία του "whispered"στα αγγλικά

01

ψιθυριστός, μουρμουρητός

very softly, often barely audible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most whispered
συγκριτικός βαθμός
more whispered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The confidential information was shared in a whispered voice to ensure privacy.
Οι εμπιστευτικές πληροφορίες κοινοποιήθηκαν με ψιθυριστή φωνή για να διασφαλιστεί η ιδιωτικότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store