whispering
whis
ˈhwɪs
χουισ
pe
περ
ring
rɪng
ρινγκ
/wˈɪspəɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "whispering"στα αγγλικά

01

ψίθυρος, μουρμούρισμα

speaking softly without vibration of the vocal cords
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

ψίθυρος, θρόισμα

a light noise, like the noise of silk clothing or leaves blowing in the wind
whispering
01

ψιθυριστός, μουρμουρητός

making a soft and low sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most whispering
συγκριτικός βαθμός
more whispering
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The whispering stream flowed peacefully through the forest.
Το ψιθυρίζον ρυάκι έρεε ειρηνικά μέσα από το δάσος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store