Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Whispering
01
ψίθυρος, μουρμούρισμα
speaking softly without vibration of the vocal cords
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ψίθυρος, θρόισμα
a light noise, like the noise of silk clothing or leaves blowing in the wind
whispering
01
ψιθυριστός, μουρμουρητός
making a soft and low sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most whispering
συγκριτικός βαθμός
more whispering
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She heard whispering voices in the dark hallway.
Άκουσε ψιθυριστές φωνές στο σκοτεινό διάδρομο.
Λεξικό Δέντρο
whispering
whisper



























