whist
whist
wɪst
vist
whilstwaistwrist

Ορισμός και σημασία του "whist"στα αγγλικά

01

whist, παιχνίδι whist

a game of cards in which there are four players who team into two pairs and each aims to win more cards than their opponent 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whists
Παραδείγματα
The family gathered around the table to play a few rounds of whist after dinner. 

Η οικογένεια συγκεντρώθηκε γύρω από το τραπέζι για να παίξει μερικά γύρους whist μετά το δείπνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store