Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to whisper
01
ψυθιρίζω, μουρμουρίζω
to speak very softly or quietly, usually to avoid being overheard by others who are nearby
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whisper
γ΄ ενικό πρόσωπο
whispers
ενεστώτα μετοχή
whispering
απλός αόριστος
whispered
παθητική μετοχή
whispered
Παραδείγματα
The students often whisper during the silent reading time.
Οι μαθητές συχνά ψιθυρίζουν κατά τη διάρκεια της σιωπηλής ανάγνωσης.
Whisper
01
ψίθυρος, μουρμούρισμα
a quiet way of speaking without using the vocal cords
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whispers
Παραδείγματα
He answered her question in a whisper.
Απάντησε στην ερώτησή της με ένα ψίθυρο.
02
ψίθυρος, θρόισμα
a soft sound, like the rustling of leaves or gentle movement of fabric
Παραδείγματα
The whisper of the wind moved through the trees.
Ο ψίθυρος του ανέμου κινούνταν μέσα από τα δέντρα.
Λεξικό Δέντρο
whispered
whispering
whispering
whisper



























