to whisper
whis
ˈwɪs
vis
per
whiskerwhimperwhipper

Ορισμός και σημασία του "whisper"στα αγγλικά

to whisper
01

ψυθιρίζω, μουρμουρίζω

to speak very softly or quietly, usually to avoid being overheard by others who are nearby 
Intransitive
to whisper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whisper
γ΄ ενικό πρόσωπο
whispers
ενεστώτα μετοχή
whispering
απλός αόριστος
whispered
παθητική μετοχή
whispered
Παραδείγματα
The students often whisper during the silent reading time. 

Οι μαθητές συχνά ψιθυρίζουν κατά τη διάρκεια της σιωπηλής ανάγνωσης.

01

ψίθυρος, μουρμούρισμα

a quiet way of speaking without using the vocal cords 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whispers
Παραδείγματα
He answered her question in a whisper. 

Απάντησε στην ερώτησή της με ένα ψίθυρο.

02

ψίθυρος, θρόισμα

a soft sound, like the rustling of leaves or gentle movement of fabric 
Παραδείγματα
The whisper of the wind moved through the trees. 

Ο ψίθυρος του ανέμου κινούνταν μέσα από τα δέντρα.

Λεξικό Δέντρο

whispered
whispering
whispering
whisper
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store