Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to whirl
01
στροβιλίζομαι, περιστρέφομαι γρήγορα
to turn or spin rapidly in a twisting motion
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
whirl
γ΄ ενικό πρόσωπο
whirls
ενεστώτα μετοχή
whirling
απλός αόριστος
whirled
παθητική μετοχή
whirled
Παραδείγματα
The autumn leaves whirled in a beautiful dance as they descended from the trees.
Τα φθινοπωρινά φύλλα περιστρεφόταν σε έναν όμορφο χορό καθώς κατέβαιναν από τα δέντρα.
02
περιστρέφομαι, στροβιλίζομαι
to revolve quickly and repeatedly around one's own axis in a circular motion
Intransitive
Παραδείγματα
The storm caused the windmill's blades to whirl as they generated electricity.
Η καταιγίδα έκανε τα πτερύγια του ανεμόμυλου να περιστρέφονται καθώς παρήγαγαν ηλεκτρισμό.
03
στριφογυρίζω, περιστρέφω
to cause or make something spin or rotate
Transitive: to whirl sb/sth
Παραδείγματα
The child whirled the top on the floor, watching it spin rapidly.
Το παιδί στριφογύρισε το σβούρα στο πάτωμα, παρακολουθώντας το να περιστρέφεται γρήγορα.
04
περιστρέφομαι, μπερδεύομαι
(of the mind or thoughts) to move quickly and chaotically, causing confusion or excitement
Παραδείγματα
My mind whirled with worry after the argument.
Το μυαλό μου περιστρεφόταν με ανησυχία μετά τη διαμάχη.
Whirl
01
δίνη, περιστροφή
the act of rotating rapidly
02
δίνη, σύγχυση
confused movement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whirls
03
προσπάθεια, δοκιμή
a usually brief attempt
04
δίνη, στρόβιλος
with full force
05
δίνη, στρόβιλος
the shape of something rotating rapidly
Λεξικό Δέντρο
whirler
whirling
whirl



























