whipping
whi
ˈwɪ
vi
pping
pɪng
ping
whopping

Ορισμός και σημασία του "whipping"στα αγγλικά

01

μαστίγωμα, μαστίγωση

the act of striking a person with a flexible instrument designed for inflicting pain as a form of punishment or discipline 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whippings
Παραδείγματα
The practice of whipping as a punishment was common in some historical societies. 

Η πρακτική του μαστιγώματος ως τιμωρίας ήταν κοινή σε κάποιες ιστορικές κοινωνίες.

02

ξεπέρασμα, υπέρβαση

the act of overcoming or outdoing 
03

βελονιά overlock, overlock

a sewing stitch passing over an edge diagonally 
04

συντριπτική ήττα, μαστίγωμα

a sound defeat 
01

κομψός, μόνιμος

smart and fashionable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most whipping
συγκριτικός βαθμός
more whipping
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store