Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Whipping
01
μαστίγωμα, μαστίγωση
the act of striking a person with a flexible instrument designed for inflicting pain as a form of punishment or discipline
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Whipping was abolished as a legal punishment in many countries due to its inhumane nature.
Η μαστίγωση καταργήθηκε ως νόμιμη τιμωρία σε πολλές χώρες λόγω της απάνθρωπης φύσης της.
02
ξεπέρασμα, υπέρβαση
the act of overcoming or outdoing
03
βελονιά overlock, overlock
a sewing stitch passing over an edge diagonally
04
συντριπτική ήττα, μαστίγωμα
a sound defeat
whipping
01
κομψός, μόνιμος
smart and fashionable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most whipping
συγκριτικός βαθμός
more whipping
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
whipping
whip



























