Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-founded
01
καλά θεμελιωμένο, στερεό
based on solid evidence, facts, or reasoning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-founded
συγκριτικός βαθμός
more well-founded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her concerns about the project's feasibility were well-founded, considering the budget constraints and potential risks involved.
Οι ανησυχίες της σχετικά με τη σκοπιμότητα του έργου ήταν καλά τεκμηριωμένες, λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς του προϋπολογισμού και τους πιθανούς κινδύνους.



























