weighty
weigh
ˈweɪ
ουει
ty
ˌti
τι
/wˈe‍ɪti/

Ορισμός και σημασία του "weighty"στα αγγλικά

01

βαρύς, βαρύβαρός

very heavy
weighty definition and meaning
Παραδείγματα
The weighty iron gate creaked as it swung open slowly.
Η βαρύτερη σιδερένια πύλη τρίζει καθώς ανοίγει αργά.
1.1

στρουμπουλός, ογκώδης

having great bodily bulk
weighty definition and meaning
Παραδείγματα
The wrestler 's weighty build gave him a clear advantage in the ring.
Η βαρύτητα της σωματικής διάπλασης του παλαιστή του έδωσε σαφές πλεονέκτημα στο ρινγκ.
1.2

αγχωτικός, ανησυχητικός

causing anxiety, concern, or emotional strain
Παραδείγματα
A weighty sadness hung over the family after the accident.
Μια βαρύθυμη θλίψη κρέματο πάνω από την οικογένεια μετά το ατύχημα.
02

σημαντικός, βαρύς

having considerable importance, influence, or gravity
Approving
Παραδείγματα
The award ceremony celebrated individuals who had made weighty contributions to the advancement of science and technology.
Η τελετή βράβευσης γιόρτασε τα άτομα που είχαν κάνει σημαντικές συνεισφορές στην πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας.
2.1

πειστικός, επιβαρυμένος

having great influence in argument or reasoning
Παραδείγματα
A weighty letter of recommendation helped her secure the position.
Ένα βαρύ συστατικό γράμμα τη βοήθησε να εξασφαλίσει τη θέση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store