Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weighty
01
βαρύς, βαρύβαρός
very heavy
Παραδείγματα
The weighty iron gate creaked as it swung open slowly.
Η βαρύτερη σιδερένια πύλη τρίζει καθώς ανοίγει αργά.
Παραδείγματα
The award ceremony celebrated individuals who had made weighty contributions to the advancement of science and technology.
Η τελετή βράβευσης γιόρτασε τα άτομα που είχαν κάνει σημαντικές συνεισφορές στην πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας.
Λεξικό Δέντρο
weightily
weightiness
weighty
weight



























