vile
vile
vaɪl
vail
virilevoile

Ορισμός και σημασία του "vile"στα αγγλικά

01

αηδιαστικός, ποταπός

extremely disgusting or unpleasant 
vile definition and meaning
Παραδείγματα
The vile smell coming from the rotting food made everyone nauseous. 

Η μιαρή μυρωδιά που προέρχονταν από το σάπιο φαγητό έκανε όλους να νιώθουν ναυτία.

02

άθλιος, απεχθής

completely unacceptable or morally reprehensible, often evoking strong disgust or condemnation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
vilest
συγκριτικός βαθμός
viler
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The politician's vile actions were condemned by everyone for their blatant dishonesty. 

Οι εξευτελιστικές πράξεις του πολιτικού καταδικάστηκαν από όλους για την εμφανή απιστία τους.

Λεξικό Δέντρο

vilely
vileness
vile
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store