Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vile
01
αηδιαστικός, ποταπός
extremely disgusting or unpleasant
Παραδείγματα
The vile smell coming from the rotting food made everyone nauseous.
Η μιαρή μυρωδιά που προέρχονταν από το σάπιο φαγητό έκανε όλους να νιώθουν ναυτία.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
vilest
συγκριτικός βαθμός
viler
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
morality, behavior, evaluation
Παραδείγματα
The politician's vile actions were condemned by everyone for their blatant dishonesty.
Οι εξευτελιστικές πράξεις του πολιτικού καταδικάστηκαν από όλους για την εμφανή απιστία τους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
vilely
vileness
vile



























