valuable
va
ˈvæ
luable
ljuəbl
lyooēbl
variable

Ορισμός και σημασία του "valuable"στα αγγλικά

01

πολύτιμος, αξιόλογος

worth a large amount of money 

precious

valuable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most valuable
συγκριτικός βαθμός
more valuable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The rare diamond ring is a valuable possession passed down through generations. 

Το σπάνιο δαχτυλίδι διαμαντιών είναι μια πολύτιμη κατοχή που περνάει από γενιά σε γενιά.

02

πολύτιμος, αξιόλογος

having great worth, importance, or usefulness 
Παραδείγματα
The mentor provided valuable insights that helped shape his career. 

Ο μέντορας παρείχε πολύτιμες γνώσεις που βοήθησαν να διαμορφωθεί η καριέρα του.

01

πολύτιμο αντικείμενο, πολύτιμη κατοχή

an item or possession that has significant worth or importance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
valuables
Παραδείγματα
She kept her valuables in a safe to protect them from theft. 

Κράτησε τα πολύτιμα αντικείμενά της σε ένα χρηματοκιβώτιο για να τα προστατεύσει από κλοπή.

Λεξικό Δέντρο

invaluable
valuableness
valuably
valuable
value
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store