Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
valuable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most valuable
συγκριτικός βαθμός
more valuable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The valuable manuscript contains handwritten notes by a famous author.
Ο πολύτιμος χειρόγραφος περιέχει χειρόγραφες σημειώσεις ενός διάσημου συγγραφέα.
Παραδείγματα
The experience was valuable, even though it was challenging.
Η εμπειρία ήταν πολύτιμη, αν και ήταν προκλητική.
Valuable
01
πολύτιμο αντικείμενο, πολύτιμη κατοχή
an item or possession that has significant worth or importance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
valuables
Παραδείγματα
They insured their valuables to safeguard against potential loss.
Ασφάλισαν τα πολύτιμα αντικείμενά τους για να προστατευθούν από πιθανή απώλεια.
Λεξικό Δέντρο
invaluable
valuableness
valuably
valuable
value



























