Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
upstairs
01
πάνω, στον πάνω όροφο
on or toward a higher part of a building
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
I prefer to sleep upstairs in the loft rather than downstairs.
Προτιμώ να κοιμάμαι πάνω στο σοφίτι παρά κάτω.
02
διανοητικά, πνευματικά
in relation to a person’s mental or intellectual capacity
Παραδείγματα
He’s clever upstairs, always coming up with brilliant solutions.
Είναι έξυπνος πάνω, πάντα βρίσκει λαμπρές λύσεις.
upstairs
01
στον πάνω όροφο, πάνω
located on an upper floor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The upstairs apartment has a balcony with a view.
Το διαμέρισμα στον πάνω όροφο έχει μπαλκόνι με θέα.
The upstairs
01
πάνω όροφος, ανώτερο όροφος
an upper floor of a house, apartment, or any other building
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The noise coming from the upstairs kept me awake all night.
Ο θόρυβος που προερχόταν από πάνω με κράτησε ξύπνιο όλη τη νύχτα.



























