upsetting
up
ˌʌp
ap
se
ˈsɛ
se
tting
tɪng
ting
sweatinggettingsettingwetting

Ορισμός και σημασία του "upsetting"στα αγγλικά

01

συγκλονιστικό, ανησυχητικό

causing sadness, anger, or concern 
upsetting definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most upsetting
συγκριτικός βαθμός
more upsetting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The upsetting news of the accident left everyone feeling shaken and concerned. 

Τα συγκλονιστικά νέα του ατυχήματος άφησαν όλους να αισθάνονται ταραγμένοι και ανήσυχοι.

01

ανατροπή, ταραχή

the act of overturning or disturbing something, often resulting in damage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
upsettings
Παραδείγματα
The storm caused widespread upsetting of vehicles and trees. 

Η καταιγίδα προκάλεσε ευρεία ανατροπή οχημάτων και δέντρων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store