Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
upsetting
01
συγκλονιστικό, ανησυχητικό
causing sadness, anger, or concern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most upsetting
συγκριτικός βαθμός
more upsetting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The upsetting news of the accident left everyone feeling shaken and concerned.
Τα συγκλονιστικά νέα του ατυχήματος άφησαν όλους να αισθάνονται ταραγμένοι και ανήσυχοι.
Upsetting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
upsettings
Παραδείγματα
The storm caused widespread upsetting of vehicles and trees.
Η καταιγίδα προκάλεσε ευρεία ανατροπή οχημάτων και δέντρων.
Λεξικό Δέντρο
upsetting
upset



























