Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
upscale
01
πολυτελής, υψηλής ποιότητας
high quality, luxurious, or intended for a wealthier clientele
επιδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most upscale
συγκριτικός βαθμός
more upscale
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The upscale restaurant offered a menu featuring gourmet dishes prepared with the finest ingredients.
Το πολυτελές εστιατόριο προσέφερε ένα μενού με γκουρμέ πιάτα παρασκευασμένα με τα καλύτερα συστατικά.
upscale
01
πολυτελώς, με υψηλή ποιότητα
in a manner that focuses on high quality and luxury
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The neighborhood has been developing upscale, with new luxury homes.
Η γειτονιά αναπτύσσεται πολυτελώς, με νέα πολυτελή σπίτια.
to upscale
01
βελτιώνω, επεκτείνω
to improve or expand something, often in terms of quality or size, to appeal to a more affluent market
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
upscale
γ΄ ενικό πρόσωπο
upscales
ενεστώτα μετοχή
upscaling
απλός αόριστος
upscaled
παθητική μετοχή
upscaled
Παραδείγματα
The company plans to upscale its production to meet growing demand.
Η εταιρεία σχεδιάζει να βελτιώσει την παραγωγή της για να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη ζήτηση.
02
βελτιώνω, αυξάνω την ανάλυση
to increase the resolution or quality of an image or video, often by using software or technology to enhance detail
Παραδείγματα
The photographer used software to upscale the image for printing.
Ο φωτογράφος χρησιμοποίησε λογισμικό για να βελτιώσει την ποιότητα της εικόνας για εκτύπωση.



























