Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
upbeat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most upbeat
συγκριτικός βαθμός
more upbeat
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She approached challenges with an upbeat attitude, seeing them as opportunities for growth.
Προσέγγιζε τις προκλήσεις με μια αισιόδοξη στάση, βλέποντάς τες ως ευκαιρίες για ανάπτυξη.
Upbeat
01
αισιοδοξία, χαρά
a contented state of being happy and healthy and prosperous
02
ατονικός χτύπος, αντίχτυπος
an unaccented beat (especially the last beat of a measure)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
upbeats
Λεξικό Δέντρο
upbeat
beat



























