upbeat
up
ʌp
απ
beat
bi:t
μπητ
/ʌpbˈiːt/

Ορισμός και σημασία του "upbeat"στα αγγλικά

01

αισιόδοξος, χαρούμενος

having a positive and cheerful attitude
upbeat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most upbeat
συγκριτικός βαθμός
more upbeat
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She approached challenges with an upbeat attitude, seeing them as opportunities for growth.
Προσέγγιζε τις προκλήσεις με μια αισιόδοξη στάση, βλέποντάς τες ως ευκαιρίες για ανάπτυξη.
01

αισιοδοξία, χαρά

a contented state of being happy and healthy and prosperous
upbeat definition and meaning
02

ατονικός χτύπος, αντίχτυπος

an unaccented beat (especially the last beat of a measure)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
upbeats
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store