Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
upbeat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most upbeat
συγκριτικός βαθμός
more upbeat
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
mood, attitude, personality
Παραδείγματα
Despite the setbacks, she remained upbeat about the project's success.
Παρά τις αναποδιές, παρέμεινε αισιοδοξική για την επιτυχία του έργου.
Upbeat
01
αισιοδοξία, χαρά
a contented state of being happy and healthy and prosperous
02
ατονικός χτύπος, αντίχτυπος
an unaccented beat (especially the last beat of a measure)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
upbeats
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
upbeat
beat



























