Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to upbraid
01
επικρίνω, μαλώνω
to criticize someone for doing or saying something that one believes to be wrong
Transitive: to upbraid sb for an action or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
upbraid
γ΄ ενικό πρόσωπο
upbraids
ενεστώτα μετοχή
upbraiding
απλός αόριστος
upbraided
παθητική μετοχή
upbraided
Παραδείγματα
The coach upbraided the players for their lack of dedication during practice.
Ο προπονητής επέπληξε τους παίκτες για την έλλειψη αφοσίωσης κατά την προπόνηση.
Λεξικό Δέντρο
upbraider
upbraid
braid



























