unwell
un
ʌn
αν
well
ˈwɛl
ουελ
compelmarceldispelenbrel

Ορισμός και σημασία του "unwell"στα αγγλικά

01

άρρωστος, δυσάρεστος

not feeling physically or mentally healthy or fit 
unwell definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unwell
συγκριτικός βαθμός
more unwell
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, condition, state
Παραδείγματα
Despite being unwell, he finished the marathon. 

Παρόλο που αισθανόταν άσχημα, τελείωσε το μαραθώνιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unwell
well
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store