Unwillingly
volume
British pronunciation/ʌnwˈɪlɪŋli/
American pronunciation/ənˈwɪɫɪŋɫi/

Ορισμός και Σημασία του "unwillingly"

unwillingly
01

απήγγελε, απρόθυμα

with a lack of desire or a sense of resistance
unwillingly definition and meaning
example
Example
click on words
She unwillingly accepted the additional workload, feeling overwhelmed by the demands.
Απήγγελε απρόθυμα την επιπλέον φόρτωσης εργασίας, νιώθοντας καταβεβλημένη από τις απαιτήσεις.
He unwillingly attended the family gathering, as he preferred solitude that day.
Απήγγελε απρόθυμα να παρευρεθεί στη συγκέντρωση της οικογένειας, καθώς προτιμούσε τη μοναξιά εκείνη την ημέρα.

word family

will

Verb

willing

Adjective

willingly

Adverb

unwillingly

Adverb
download-mobile-app
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Langeek Mobile Application
Κατεβάστε την Εφαρμογή
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store