Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unwilling
01
απρόθυμος, διστακτικός
reluctant or resistant to do something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unwilling
συγκριτικός βαθμός
more unwilling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was unwilling to participate in the project because of her busy schedule.
Ήταν απρόθυμη να συμμετάσχει στο έργο λόγω του πολυάσχολου προγράμματός της.
02
απρόθυμος, διστακτικός
in spite of contrary volition
Λεξικό Δέντρο
unwilling
willing
will



























