Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unwitting
01
ακούσιος, ασυνείδητος
done without any intention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unwitting
συγκριτικός βαθμός
more unwitting
διαβαθμίσιμο
02
αγνοών, ανίδεος
not aware or knowing
03
αγνοών, απληροφόρητος
unaware because of a lack of relevant information or knowledge
Λεξικό Δέντρο
unwitting
witting
wit



























