Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unworthy
01
ανάξιος, χωρίς αξία
having no value
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unworthy
συγκριτικός βαθμός
more unworthy
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
value, evaluation, morality
Παραδείγματα
The damaged jewelry was unworthy of the high price tag.
Τα κατεστραμμένα κοσμήματα ήταν ανάξια της υψηλής τιμής.
Παραδείγματα
His actions were deemed unworthy of the honor he sought.
Οι πράξεις του θεωρήθηκαν ανάξιες της τιμής που επιζητούσε.
03
ανάξιος, ανάξιος
not deserving
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unworthy
worthy
worth



























