unworthy
un
ʌn
an
wor
ˈwɜ:
thy
ði
dhi
worthy

Ορισμός και σημασία του "unworthy"στα αγγλικά

01

ανάξιος, χωρίς αξία

having no value 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unworthy
συγκριτικός βαθμός
more unworthy
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The damaged jewelry was unworthy of the high price tag. 

Τα κατεστραμμένα κοσμήματα ήταν ανάξια της υψηλής τιμής.

02

ανάξιος, ποταπός

not deserving of respect, attention, or reward 
Παραδείγματα
His actions were deemed unworthy of the honor he sought. 

Οι πράξεις του θεωρήθηκαν ανάξιες της τιμής που επιζητούσε.

03

ανάξιος, ανάξιος

not deserving 

Λεξικό Δέντρο

unworthy
worthy
worth
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store