Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unworthy
01
ανάξιος, χωρίς αξία
having no value
Παραδείγματα
The cheap materials made the product unworthy of its retail price.
Τα φθηνά υλικά έκαναν το προϊόν ανάξιο της λιανικής του τιμής.
Παραδείγματα
His unworthy behavior caused his friends to distance themselves.
Η ανάξια συμπεριφορά του προκάλεσε τους φίλους του να απομακρυνθούν.
03
ανάξιος, ανάξιος
not deserving
Λεξικό Δέντρο
unworthy
worthy
worth



























