Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
worthless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most worthless
συγκριτικός βαθμός
more worthless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The old computer was outdated and worthless for modern tasks.
Ο παλιός υπολογιστής ήταν ξεπερασμένος και άχρηστος για τις σύγχρονες εργασίες.
02
άχρηστος, ασήμαντος
(of a person) having little or no value or importance in the eyes of others
Παραδείγματα
The employee 's lack of effort made him appear worthless to his manager.
Η έλλειψη προσπάθειας του υπαλλήλου τον έκανε να φαίνεται άχρηστος στα μάτια του διευθυντή του.
Λεξικό Δέντρο
worthlessly
worthlessness
worthless
worth



























