Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
worthwhile
01
αξιόλογος, που αξίζει τον κόπο
deserving of time, effort, or attention due to inherent value or importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most worthwhile
συγκριτικός βαθμός
more worthwhile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The course offered valuable skills that were worthwhile for advancing in her career.
Το μάθημα προσέφερε πολύτιμες δεξιότητες που ήταν αξιόλογες για την προώθηση της καριέρας της.
Λεξικό Δέντρο
worthwhileness
worthwhile



























