worthwhile
worth
wɜrθ
ουερρθ
while
waɪl
ουαιλ
British pronunciation
/ˌwɜːθˈwaɪl/

Ορισμός και σημασία του "worthwhile"στα αγγλικά

worthwhile
01

αξιόλογος, που αξίζει τον κόπο

deserving of time, effort, or attention due to inherent value or importance
example
Παραδείγματα
The course offered valuable skills that were worthwhile for advancing in her career.
Το μάθημα προσέφερε πολύτιμες δεξιότητες που ήταν αξιόλογες για την προώθηση της καριέρας της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store