worthwhile
worth
ˈwɜ:θ
vēth
while
waɪl
vail
hypostylecompilecondylebeguile

Ορισμός και σημασία του "worthwhile"στα αγγλικά

worthwhile
01

αξιόλογος, που αξίζει τον κόπο

deserving of time, effort, or attention due to inherent value or importance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most worthwhile
συγκριτικός βαθμός
more worthwhile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Learning a new language can be a worthwhile endeavor, opening up opportunities for personal and professional growth. 

Η εκμάθηση μιας νέας γλώσσας μπορεί να είναι μια αξιόλογη προσπάθεια, ανοίγοντας ευκαιρίες για προσωπική και επαγγελματική ανάπτυξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store