unwise
un
ʌn
an
wise
ˈwaɪz
vaiz
unwire

Ορισμός και σημασία του "unwise"στα αγγλικά

01

ανόητος, ασύνετος

lacking careful thought or sound judgment in decisions or actions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unwise
συγκριτικός βαθμός
more unwise
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Jumping into the deal without reading the contract was unwise. 

Το να πηδήξεις στη συμφωνία χωρίς να διαβάσεις το συμβόλαιο ήταν ασύνετο.

02

ανόητος, ακατάλληλος

not appropriate to the purpose 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store