Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unwise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unwise
συγκριτικός βαθμός
more unwise
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cognition, decision, evaluation
Παραδείγματα
Jumping into the deal without reading the contract was unwise.
Το να πηδήξεις στη συμφωνία χωρίς να διαβάσεις το συμβόλαιο ήταν ασύνετο.
02
ανόητος, ακατάλληλος
not appropriate to the purpose
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unwise
wise



























