unwedded
Pronunciation
/ʌnwˈɛdᵻd/

Ορισμός και σημασία του "unwedded"στα αγγλικά

01

ανύπαντρος, άγαμος

of someone who has not been married
unwedded definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store