Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unwedded
01
ανύπαντρος, άγαμος
of someone who has not been married
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
marital status, society
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unwedded
wedded



























