unwarranted
Pronunciation
/ənˈwɔɹəntɪd/

Ορισμός και σημασία του "unwarranted"στα αγγλικά

unwarranted
01

αδικαιολόγητος, ανεξήγητος

incapable of being justified or explained
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unwarranted
συγκριτικός βαθμός
more unwarranted
διαβαθμίσιμο
02

αδικαιολόγητος, αβάσιμος

unfair and lacking a valid reason
Παραδείγματα
Her fears about the project failing were unwarranted and based on misinformation.
Οι φοβίες της για την αποτυχία του έργου ήταν αβάσιμες και βασίζονταν σε παραπληροφόρηση.
03

αβάσιμος, αδικαιολόγητος

having no reliable source or justification
Παραδείγματα
The unfounded fear of failure kept him from trying new things.
Ο αβάσιμος φόβος της αποτυχίας τον εμπόδισε να δοκιμάσει νέα πράγματα.

Λεξικό Δέντρο

unwarranted
warranted
warrant
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store