baseless
base
ˈbeɪs
beis
less
ləs
lēs
basenessbackless

Ορισμός και σημασία του "baseless"στα αγγλικά

01

αβάσιμος, αθεμελίωτος

having no real reason or evidence to support it 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most baseless
συγκριτικός βαθμός
more baseless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
argumentation, reasoning, criticism
Παραδείγματα
His baseless confidence made him underestimate the challenge. 

Η αβάσιμη αυτοπεποίθησή του τον έκανε να υποτιμήσει την πρόκληση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

baseless
base
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store