Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
baseless
01
αβάσιμος, αθεμελίωτος
having no real reason or evidence to support it
Παραδείγματα
His baseless fears prevented him from taking the opportunity.
Οι αβάσιμοι φόβοι του τον εμπόδισαν να πάρει την ευκαιρία.
Λεξικό Δέντρο
baseless
base



























