unsound
un
ʌn
an
sound
ˈsaʊnd
sawnd
unbound

Ορισμός και σημασία του "unsound"στα αγγλικά

01

ανίσχυρος, οικονομικά ασταθής

not sound financially 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsound
συγκριτικός βαθμός
more unsound
διαβαθμίσιμο
02

κατεστραμμένος, χαλασμένος

not in good condition; damaged or decayed 
03

ψυχικά ασθενής, παράφρων

suffering from severe mental illness 
04

ελαττωματικός, αβάσιμος

based on faulty reasoning or principles 
Παραδείγματα
The unsound logic behind his argument made it easy to dismiss. 

Η πλημμελής λογική πίσω από το επιχείρημά του το έκανε εύκολο να απορριφθεί.

05

ανθυγιεινός, άρρωστος

physically unsound or diseased 
06

ανεπαρκής, ελαττωματικός

of e.g. advice 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store