Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsound
01
ανίσχυρος, οικονομικά ασταθής
not sound financially
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsound
συγκριτικός βαθμός
more unsound
διαβαθμίσιμο
02
κατεστραμμένος, χαλασμένος
not in good condition; damaged or decayed
03
ψυχικά ασθενής, παράφρων
suffering from severe mental illness
04
ελαττωματικός, αβάσιμος
based on faulty reasoning or principles
Παραδείγματα
The unsound evidence failed to support the claims made in court.
Τα αβάσιμα στοιχεία απέτυχαν να υποστηρίξουν τους ισχυρισμούς που έγιναν στο δικαστήριο.
05
ανθυγιεινός, άρρωστος
physically unsound or diseased
06
ανεπαρκής, ελαττωματικός
of e.g. advice
Λεξικό Δέντρο
unsound
sound



























