Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unparalleled
01
απαράμιλλος, ασύγκριτος
unmatched in comparison to others
Παραδείγματα
Her kindness and generosity were unparalleled; she was always willing to help others in need.
Η καλοσύνη και η γενναιοδωρία της ήταν απαράμιλλες· ήταν πάντα πρόθυμη να βοηθήσει άλλους σε ανάγκη.



























