to unpack
un
ʌn
an
pack
ˈpæk
pāk
unpick

Ορισμός και σημασία του "unpack"στα αγγλικά

to unpack
01

αποσυσκευάζω, ανοίγω

to open a suitcase, box, etc. and remove the objects inside 
to unpack definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unpack
γ΄ ενικό πρόσωπο
unpacks
ενεστώτα μετοχή
unpacking
απλός αόριστος
unpacked
παθητική μετοχή
unpacked

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unpack
pack
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store