Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unpack
01
αποσυσκευάζω, ανοίγω
to open a suitcase, box, etc. and remove the objects inside
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unpack
γ΄ ενικό πρόσωπο
unpacks
ενεστώτα μετοχή
unpacking
απλός αόριστος
unpacked
παθητική μετοχή
unpacked
Λεξικό Δέντρο
unpack
pack



























