Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unopen
01
κλειστό, μη ανοιχτό
not open
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unopen
συγκριτικός βαθμός
more unopen
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
state, access, objects
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unopen
open



























