Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unnumberable
01
αμέτρητος, αριθμητός
impossible to count because of the vast quantity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unnumberable
συγκριτικός βαθμός
more unnumberable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The field was covered with unnumberable wildflowers swaying in the breeze.
Το χωράφι ήταν καλυμμένο με αμέτρητα αγριολούλουδα που κουνιόνταν στο αεράκι.



























