Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unnoticed
01
απαρατήρητος, αναίσθητος
describing something that is not seen or noticed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unnoticed
συγκριτικός βαθμός
more unnoticed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unnoticed errors in the software code resulted in a system crash.
Τα απαρατήρητα λάθη στον κώδικα λογισμικού οδήγησαν σε κατάρρευση του συστήματος.
Λεξικό Δέντρο
unnoticed
noticed
notice



























